
Tο σκατόχυμα
μέσα σε βόθρο
όπως του πρέπει πλέει.

Περιμένω την ημέρα, που το όνομα σου θα είναι απλά ένα όνομα. Μια λέξη όπως όλες οι άλλες. Θα την ακούω και θα την προσπερνάω, χωρίς να μου κάνει αίσθηση. Δεν θα παγώνω και δεν θα συμπεριφέρομαι αμήχανα, δε θα σκυθρωπιάζω και δεν θα αλλάζω γρήγορα θέμα για να μην ξαναπέσω πάνω της. Θα μπορώ να την λέω δυνατά και καθαρά, άδεια, χωρίς πάθος, χωρίς ίχνος εγγύτητας. Μετά από το άκουσμα του μ δεν θα περιμένω να ακούσω Μ., ούτε και να συμπληρώσω μαλάκας. Μετά το μ δεν θα βλέπω μοναξιά. Μετά το μ δεν θα γυρνάω στο παρελθόν, αλλά στο λ για λιακάδα.
Υ.Γ. επιλόγου: Η ημέρα ήρθε.
>
-Γάμα μέχρι το δέλτα και τις εκβολές του.
-Μου αρέσουν τα γαλλικά σου.
-Καλά Παρίσια.
>
Αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια,
περνούσανε το δρόμο ενώ είναι κόκκινο
και πεθαίνανε όλα μαζί.
>
Κάτσε να αλλάξω πλευρά. Οι βρωμερές ανάσες τους αχνίζουν πάνω στην καθάρια φωνή μου.
Δεν αντέχω το γυμνό φως όταν παρενοχλεί τη σάρκα μου, όπως δεν υποφέρω τα πρόστυχα λόγια και τις χυδαίες λέξεις.
Γέμισε ο τόπος Ιουλιέττες με τσόκαρα και ομοφυλόφιλους Ρωμαίους. Ο καθένας τους ξεχωριστά και όλοι μαζί με βιάζουν, με εξαϋλώνουν.
Οι κηδείες είναι ήσυχες.
>
Μπαμπά, συγγνώμη.
Μαμά, συγγνώμη.
Θείε, συγγνώμη.
Θεία, συγγνώμη.
Παππού, συγγνώμη.
Γιαγιά, συγγνώμη.
>
Δεν σου πα ποτέ ότι σ’αγαπάω.
Δεν έχω πει ποτέ μου τη λέξη ορνιθόρυγχος.
Θα την πω τώρα.
Σ’ αγαπάω.
>
Ζητείται κορασίδα να με κάνει να την ερωτευτώ.
Σοβαρές προτάσεις μόνο.
Τηλέφωνο:
Επώνυμο:
Όνομα:
>
«Τα ζώα δεν γελάνε».
Έτσι σταμάτησα να γελάω κι εγώ.
Τα ζώα δεν γελάνε, μου είπες.
Γέλασα. Και σταμάτησα.
>
Τα όμορφα αγόρια, όμορφα μες στη ζήλια φλέγονται. Απόψε θα σου γράψω ένα όμορφο γράμμα.
Όταν εσύ μετανάστευες, χελιδόνια έγραφαν το όνομα σου στις φωλιές τους. Κι εγώ, στο εφηβαίο μου.
Έλα να κάνουμε τα μουνιά μας πλεξούδες, όσο θα νοσταλγώ τον εαυτό μου πριν μπεις μέσα μου.
Από τότε ταχυδρομώ το σπέρμα μου σε φακέλους, για να με γεύεσαι σε άλλες ηπείρους.
>